Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.
Πάρα πολλοί από όσους ασχολούνται με τα ελληνοτουρκικά διαμορφώνουν αργά ή γρήγορα την αντίληψη ότι το πολιτικό μας σύστημα σε όλο του το φάσμα διακατέχεται από αυτό που ονομάζεται «φοβικό σύνδρομο». Μπορεί να το ονομάζει ο καθένας με λίγο διαφορετικές λέξεις, όμως αυτό είναι το νόημα. Μάλιστα, έχουμε και ανθρώπους κοντά στην εξουσία και στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, οι οποίοι μετά από την εμπειρία τους έβγαλαν συμπεράσματα που ήταν προφανή από την αρχή, δηλαδή ότι η Τουρκία δεν αλλάζει με τίποτα και ότι δεν καταλαβαίνει ούτε από «επιθέσεις φιλίας», ούτε από κατευνασμούς, ούτε από «εξαγορές ειρήνης και ησυχίας» με κάποιες, μικρές ή μεγάλες, παραχωρήσεις. Όταν το καταλάβαιναν, ήταν αργά για αυτούς και νωρίς για τους επόμενους που ακολουθούσαν την ίδια γραμμή.
Για την απόδειξη δεν χρειάζεται να πάμε μακρυά. Η Κύπρος, κυρίως με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, το απέδειξε. Χωρίς στρατό, με μικρό πληθυσμό, εκτός ΕΕ και διεθνών συμμαχιών, εβρισκόμενη υπό κατοχή, έχει σήμερα 12 μίλια χωρικά ύδατα, έχει ανακηρύξει ΑΟΖ και έχει κάνει διμερείς συμφωνίες με Ισραήλ, Λίβανο και Αίγυπτο (με πλήρη επήρεια μέσης γραμμής παρακαλώ, που η Ελλάδα δεν έχει 15 χρόνια μετά την Κύπρο), έχει αποδώσει θαλάσσια οικόπεδα εδώ και μία δεκαετία και όπου νά ‘ναι θα αρχίσει να παράγει φυσικό αέριο από τις πηγές της.
Θεωρώ ότι αυτό το φοβικό σύνδρομο έχει μία ρίζα, το casus belli του 1995. Μία από τις πολλές φορές που το είχα γράψει, κάποιος μου είπε ότι έχει και παλαιότερες ρίζες, πχ την εισβολή του 1974 ή ακόμα και το 1922. Έστω ότι είναι έτσι. Το 1995 έχει μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με τους άλλους δύο σταθμούς. Είναι πολύ φρέσκο, είναι στη μνήμη όλων και έχουμε και έμπρακτα δεδομένα από την στροφή που συνέβη τότε.
Θεωρώ λοιπόν ότι η κήρυξη της Αιτίας Πολέμου τον Ιούνιο του 1995, σε συνδυασμό μάλιστα με τα Ίμια 7-8 μήνες αργότερα, οδήγησαν (αν δεν ήταν σχεδιασμένο από την Τουρκία να συμβεί) σε ένα τεράστιο πλήγμα της εθνικής μας αξιοπρέπειας και του συλλογικού μας ηθικού. Αυτά είναι τα αίτια του φοβικού συνδρόμου.
Το ηθικό αποτελεί παράγοντα ισχύος. Η υπονόμευση (subversion) είναι μία στραγητική υβριδικού πολέμου εναντίον ενός κράτους, της οποίας η πλήξη του ηθικού αποτελεί αν όχι τον μοναδικό(!), σίγουρα τον κύριο άξονα δράσης. Ξεκάθαρα στοχεύει εκεί.
Εκτός όλων των άλλων, το casus belli παραβιάζει κατάφωρα την καρδιά της ύπαρξης του ΟΗΕ, και συγκεκριμένα την πιο ζωτική του διάταξη, το άρθρο 2(4) του Καταστατικού του. Εκεί εξομοιοώνεται η χρήση βίας με την απειλή χρήσης βίας (casus belli) και δηλώνεται ότι αυτά δεν μπορούν αν τα κάνουν τα μέλη του.
Το casus belli κλείνει σε 2 μήνες, 30 χρόνια ζωής. Καιρός να απαλλαγούμε από αυτό μια για πάντα. Ίσως ανατρέψουμε το φαινόμενο του φοβικού συνδρόμου.
Ο τρόπος να ανατραπεί είναι να εξοστρακίσουμε το casus belli.
Πώς;
Με το να υιοθετήσουμε την πολύ απλή θέση
Κανένας διάλογος με την Τουρκία όσο δεν αποσύρει το casus belli.
Η αρχή έγινε ήδη
1. Ο Δημήτρης Ναστιός στη Βουλή τον Δεκέμβριο του 2023. Λίγες ημέρες πριν την Διακήρυξη των Αθηνών. Δείτε το βίντεο
2. Ο ευρωβουλευτής Νίκος Αναδιώτης στο Ευρ. Κοινοβούλιο τον Μάρτιο του 2025. Δείτε το βίντεο
3. Επίσημη θέση της Νίκης, εγκεκριμένη από το συνέδριο τον Νοέμβριο του 2024 και δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της.
Πρέπει τη θέση αυτή να την υιοθετήσουν όλα τα κόμματα, και όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις.
Πρέπει να αναχαιτίσουμε την πλήξη του ηθικού μας, την ηττοπάθεια και το φοβικό σύνδρομο.
2 comments
Πολύ καλό. Είμαστε με το μέρος του Νατσιου και είμαστε πολλοί. Είμαστε ελληνοψυχοι και διατεθειμένοι να τα δώσουμε όλα για τον αγώνα της Ελλάδας και του Χριστού. Οι υπόλοιποι ας καθίσουν στον καναπέ τους πίνοντας φραπέ και περιμένοντας να τους δώσουν οι ξένοι την Πόλη…
Γεώργιος Βλάχος / 5 Απριλίου 2025
Κύριε Σταλίδη. Τό έχω γράψει και άλλες φορές, θα το ξαναγράψω και τώρα. Η Τουρκία το 1995, μπλόφαρε. Μπορούσαμε να αγνοήσουμε εντελώς την ”αιτία πολέμου” και την άλλη μέρα, έτσι για σπάσιμο νεύρων να διακηρύξουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ν.μ. Τίποτα δεν θα μας έκανε. Αλλά, ως φοβισμένα πρόβατα σκύψαμε το κεφάλι και ποιος ξέρει πότε θα το σηκώσουμε για να κάνουμε το αυτονόητο, δηλ. αυτό που δικαιούμαστε.